Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012
Σχόλιο του Γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ για τα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας και τα νέα μέτρα κυβέρνησης-τρόικας
Δεν υπάρχει πάτος για την κυβέρνηση του μνημονίου. Τα νέα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας ισοπεδώνουν τους μισθούς χιλιάδων εργαζομένων, που βλέπουν κάθε μήνα τα εισοδήματά τους να μειώνονται, μέχρι να καταντήσουν ένα απλό χαρτζιλίκι ή μέχρι να βρεθούν στην ανεργία. Σαν να μην έφτανε αυτό, η κυβέρνηση σχεδιάζει από κοινού με τρόικα και ΣΕΒ νέες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, καθώς και απολύσεις. Τα κόμματα της κυβέρνησης Παπαδήμου όχι μόνο αποφασίζουν και υλοποιούν την πιο αντιδραστική και αντεργατική πολιτική, που μετατρέπει τους μισθωτούς σε έρμαια της εργοδοτικής αυθαιρεσίας, εκτοξεύει την ανεργία και την ύφεση και ισοπεδώνει το βιοτικό επίπεδο όλων των εργαζομένων, αλλά προσπαθούν ταυτόχρονα να εμφανιστούν ως οι σκληροί διαπραγματευτές απέναντι στην τρόικα, στον αγώνα τους για τη "σωτηρία" της χώρας.
Το μόνο φράγμα στη μνημονιακή πλημμύρα θα έλθει από την ενδυνάμωση των ενωτικών αγώνων όλων των εργαζομένων, τη συγκρότηση ενός κοινωνικού και πολιτικού μετώπου, με πυρήνα τις δυνάμεις της αριστεράς, που θα ανατρέψει τα μνημόνια και τους εκφραστές τους και θα υλοποιήσει μια νέα πολιτική για την αναδιανομή του πλούτου, την κοινωνική δικαιοσύνη, την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, την προστασία της εργασίας και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους.
To Γραφείο Τύπου
ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΔΕΠ, ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΦΟΙΤΗΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Το βάθεμα της κρίσης στη χώρα μας αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, οδηγεί αναπόφευκτα στην πιο βάρβαρη επίθεση ενάντια σε όλο το φάσμα των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Βασικές καταχτήσεις που χρειάσθηκαν θυσίες και πολυετείς αγώνες για να επιτευχθούν ανατρέπονται και καταργούνται με συνοπτικές αποφάσεις και διαδικασίες. Τα βασικά δικαιώματα στην εργασία, την υγεία, την παιδεία και την κοινωνική πρόνοια καθώς και τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων θυσιάζονται στο βωμό της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Αιχμή του δόρατος της βάρβαρης επίθεσης ενάντια στους εργαζόμενους αποτελεί η Συγκυβέρνηση των τριών κομμάτων η οποία σχηματίστηκε με τις ευλογίες και τις προτροπές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εξειδίκευση της πολιτικής αυτής στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης συνιστά ο νόμος 4009/6-9-2011, ο οποίος κατεδαφίζει το δημόσιο πανεπιστήμιο και παραδίδει ότι απέμεινε σε επιχειρηματικά συμφέροντα. Ταυτόχρονα διαλύει τη γνώση που προσφέρει στους νέους ανθρώπους και αφαιρεί και τις τελευταίες δωρεάν παροχές που απόμειναν στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης.
Ο νόμος αυτός, μέσα από την αναδιοργάνωση των σχολών, την κατάργηση των τμημάτων και των τομέων, την εισαγωγή των τριών κύκλων σπουδών και των 3-ετών προγραμμάτων σπουδών, την επιβολή διδάκτρων, την κατάργηση της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων, της φοιτητικής μέριμνας, του ασύλου κλπ., επιδιώκει να μεταφέρει το σύνολο των δαπανών για την παιδεία στις πλάτες της λαϊκής οικογένειας, καθιστώντας το κοινωνικό δικαίωμα στη μόρφωση προνόμιο για λίγους. Στοχεύει στην υποβάθμιση των σπουδών και την παραγωγή οικονομικά και ιδεολογικά διαχειρίσιμων αποφοίτων. Ταυτόχρονα δημιουργεί τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της γενικότερης πολιτικής των απολύσεων εργαζομένων και διδασκόντων, τον περιορισμό των αμοιβών και την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων. Κομβικό εργαλείο στην υλοποίηση της πολιτικής αυτής μέσω της εφαρμογής του νόμου 4009/6-9-2011 αποτελεί η ανάδειξη του Συμβουλίου Διοίκησης και ο συνακόλουθος διορισμός των «Βασιλικών Επιτρόπων»-Πρυτάνεων και Κοσμητόρων.
Το Πανεπιστημιακό κίνημα, πάρα τις αδυναμίες του, κατάφερε να παρεμποδίσει μέχρι σήμερα την εφαρμογή βασικών πλευρών του νόμου 4009/6-9-2011, με αποτέλεσμα το υπουργείο ΠΔΒΜΘ να χρησιμοποιεί ως μοχλό εξαναγκασμού της Πανεπιστημιακής κοινότητας τις απειλές και τον οικονομικό στραγγαλισμό των Πανεπιστημίων.
Η Ανοιχτή Συνέλευση των Συλλόγων ΔΕΠ, Εργαζομένων και Φοιτητών του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, κατέληξε στα ακόλουθα:
Επιβεβαιώνει την αντίθεση της Πανεπιστημιακής κοινότητας στο Ν. 4009/6-9-2011 και την σταθερή προσήλωση της στην πάλη για την μη εφαρμογή του.
Θέτει ως άμεσο στόχο της συντονισμένης δράσης των Συλλόγων τη ματαίωση των εκλογών για την ανάδειξη του «Συμβουλίου του Ιδρύματος», οι οποίες αποτελούν καθοριστικό βήμα στην προσπάθεια εφαρμογής του νόμου.
Αποφασίζει να εντείνει τις κοινές προσπάθειες ενημέρωσης των μελών ΔΕΠ, των εργαζομένων, των φοιτητών και της Γιαννιώτικης κοινωνίας σχετικά με τις συνέπιες του νόμου 4009/6-9-2011.
Επικαλείται το ακαδημαϊκό και δημοκρατικό ήθος των Υποψηφίων και των μελών της Οργανωτικής Επιτροπής και τους καλεί να σεβαστούν τις αποφάσεις των συλλογικών οργάνων του Πανεπιστημίου και να παραιτηθούν.
Καλεί τα μέλη της Πανεπιστημιακής κοινότητας να συμμετάσχουν και να διαδηλώσουν την αντίθεσή τους σε όποιο Πανεπιστήμιο προγραμματίζονται εκλογές για την ανάδειξη εσωτερικών μελών Συμβουλίων. Πρώτο είναι το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (31/1).
Καταγγέλλει τη δραματική μείωση των προϋπολογισμών των Πανεπιστημίων που οδηγούν σε υποβάθμιση της ποιότητας των σπουδών και απαιτεί την κάλυψη των πραγματικών λειτουργικών, εκπαιδευτικών και ερευνητικών αναγκών τους.
Καλεί τη Σύγκλητο να αποφασίσει τη Συλλογική παράσταση διαμαρτυρίας του Οργάνου στην Περιφέρεια, καλώντας σε συμμετοχή όλη την πανεπιστημιακή κοινότητα, προκειμένου να αναδειχτεί η πραγματική διάσταση της υποχρηματοδότησης του Πανεπιστημίου και τα προβλήματα λειτουργίας που προκαλεί και να διεκδικήσει την άμεση και χωρίς όρους αύξηση της χρηματοδότησης.
Καταγγέλλει το ανάλγητο μέτρο της εφεδρείας – απόλυσης των εργαζομένων και απαιτεί την κατάργηση του σχετικού νόμου και την ακύρωση όλων των εφεδρειών. Δηλώνει ότι θα βρεθεί στο πλευρό κάθε εργαζομένου που θα γίνει στόχος αυτών των μέτρων.
Εκφράζει την αλληλεγγύη της στους εργαζόμενους της Ελληνικής Χαλυβουργίας και του τηλεοπτικού σταθμού ALTER, καθώς και στους εργαζόμενους που βρίσκονται όλο αυτό το διάστημα σε πολυήμερες κινητοποιήσεις σε δεκάδες τόπους δουλειάς.
Καλεί τους Συλλόγους να οργανώσουν και να συμμετάσχουν στις κινητοποιήσεις σε συντονισμό με τις ομοσπονδίες και τα συνδικαλιστικά όργανα των εργαζομένων στις αρχές του Φλεβάρη ως απάντηση στην ένταση της αντιλαϊκής επίθεσης.
Να επαναλάβει τη διαδικασία της Ανοιχτής Συνέλευσης των Συλλόγων και των Φοιτητών το πρώτο δεκαήμερο του Φλεβάρη.
Ιωάννινα 25/1/2012
Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012
Τελεσίγραφο για μισθούς Βουλγαρίας!
"Η Ελλάδα για να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της θα πρέπει άμεσα να μειώσει τους μισθούς τουλάχιστον στα επίπεδα της Πορτογαλίας, ή ακόμα και των γειτονικών ανατολικών χωρών"!
Στον Παπαδήμο παραπέμπει το "ξήλωμα" της εργατικής νομοθεσίας ο Κουτρουμάνης
Αυτή η αποστροφή μέλους της τρόικας συνοψίζει το οριστικό, όπως το χαρακτήρισαν κύκλοι του υπουργείου Εργασίας, τελεσίγραφο για μείωση των κατώτατων μισθών, του 13ου και 14ου, των ωριμάνσεων, αλλά και των κλαδικών συμβάσεων, με κατάργηση της (6μηνης) περιόδου μετενέργειας. Μαζί με την αλλαγή του πλαισίου προσφυγής στον ΟΜΕΔ (θα πρέπει να υπάρχει συναίνεση και της εργοδοτικής πλευράς) και την εξίσωση των όρων εργασίας σε ΔΕΚΟ - Τράπεζες, με τους αντίστοιχους του ιδιωτικού τομέα, (απολύσεις, αποζημιώσεις, υπερωρίες) η τρόικα ζητεί ουσιαστικά πλήρη κατάργηση των Συμβάσεων, αλλά και του εργατικού δικαίου, όπως αυτό διαμορφώθηκε τα τελευταία 70 χρόνια, πριμοδοτώντας τη μετατροπή των συμβάσεων για να γίνει πλήρως ευέλικτη η αγορά εργασίας.
Και βέβαια στο θέματα που σχετίζονται με το ασφαλιστικό, ζήτησε την άμεση μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, αλλά και μείωση των επικουρικών συντάξεων (έως 40% σε ορισμένα ταμεία).
Η τρόικα ζήτησε να ληφθούν αποφάσεις από την κυβέρνηση, πριν τη μεθαυριανή Σύνοδο Κορυφής, ενώ τις συνέδεσε με τις εξελίξεις για το PSI μη αφήνοντας ουσιαστικά περιθώρια για διαπραγματεύσεις. Μάλιστα μέχρι αργά χθες το βράδυ συνεδρίαζαν οι κοινές τεχνικές επιτροπές (τρόικας - υπουργείου) προκειμένου σήμερα να επαναληφθεί η συνάντηση των εκπροσώπων των δανειστών με τον υπουργό Εργασίας, προφανώς για να οριστικοποιηθούν τα μέτρα.
Με δεδομένες αυτές τις εξελίξεις η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας τόνισε ότι "το θέμα είναι πλέον πολιτικό" παραπέμποντας ουσιαστικά στον πρωθυπουργό κ. Λ. Παπαδήμο, για την τελική στάση της κυβέρνησης.
Επιχειρησιακές ή ατομικές!
Περιγράφοντας το κλίμα της χθεσινής συνάντησης, κύκλοι του υπουργείου Εργασίας, τόνισαν ότι η τρόικα όχι μόνο δεν πρόκειται να περιμένει την ολοκλήρωση του διαλόγου των "κοινωνικών εταίρων", αλλά χαρακτήρισε πλήρως ανεπαρκή, όσον αφορά την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, τόσο μια συμφωνία για τριετές "πάγωμα" των μισθών που διαμορφώνεται από τον διάλογο της ΓΣΕΕ με τις εργοδοτικές οργανώσεις, αλλά και την...πρόοδο στη μείωση του μισθολογικού κόστους (μεσοσταθμικά 12%) που έχει επιτευχθεί μέσω της ραγδαίας αύξησης των επιχειρησιακών συμβάσεων, για την οποία επιχειρηματολόγησε η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας. Επιπλέον οι εκπρόσωποι των δανειστών, επιχειρηματολογώντας για την κατάργηση της περιόδου μετενέργειας στις συμβάσεις, τόνισαν ότι με τον τρόπο αυτό θα μειωθούν μεσοσταθμικά έως και 20% οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα, καθώς με τη λήξη μιας σύμβασης, αν δεν υπάρξει νέα συμφωνία, τότε οι επιλογές θα είναι η υπογραφή επιχειρησιακής σύμβασης, ή η υπογραφή ατομικών συμβάσεων που θα είναι πλέον απαλλαγμένες από τις προβλέψεις της προηγούμενης σύμβασης, τόσο για τους εν ενεργεία εργαζόμενους όσο και για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας.
Αυτόνομη Παρέμβαση: Να κηρύξει τώρα απεργία η ΓΣΕΕ
Να φύγει τώρα η ΓΣΕΕ από τον διάλογο - απάτη και να προκηρύξει άμεσα, σε συνεννόηση με την ΑΔΕΔΥ Γενική Απεργία, ζητεί από την πλειοψηφία της Συνομοσπονδίας με ανακοίνωσή της η Αυτόνομη Παρέμβαση, τονίζοντας ότι η συμπαιγνία κυβέρνησης τρόικας και ΣΕΒ «εξαφανίζει» τα δικαιώματα.
"Οι σημερινές εξελίξεις μετά τη συνάντηση Κουτρουμάνη, τρόικας επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι σχεδιάζουν την ανατροπή του συνόλου των κατακτήσεων του εργατικού κινήματος του τελευταίου αιώνα. Η συμπαιγνία τρόικας, κυβέρνησης και ΣΕΒ έχουν βάλει στόχο να καταργήσουν τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, να «εξαφανίσουν» τους μισθούς και τις επικουρικές συντάξεις στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, να διαλύσουν το κοινωνικό κράτος, οδηγώντας τους εργαζόμενους στην φτώχεια, στην ανεργία και στην απόλυτη εξαθλίωση.
Το μαύρο αντιλαϊκό αντεργατικό μέτωπο ΠΑΣΟΚ - Ν.Δ. - Ακροδεξιάς και ο δοτός πρωθυπουργός της δεν έχουν καμιά λαϊκή νομιμοποίηση να «κινεζοποιήσουν» τους μισθούς και τις εργασιακές σχέσεις στη χώρα μας.
Θεωρούμε ότι οι μεθοδεύσεις αυτές είναι απαράδεκτες ιδιαίτερα όταν γίνονται από πρώην συνδικαλιστές όπως ο κ. Κουτρουμάνης, που το εργατικό κίνημα πρέπει αυτή τη στιγμή να ζητήσει την παραίτησή του.
Οι εργαζόμενοι, όλος ο ελληνικός λαός, δεν θα επιτρέψει να περάσουν αυτά τα βάρβαρα μέτρα και θα αγωνιστούν για την ανατροπή αυτής της πολιτικής και των κομμάτων που τη στηρίζουν.
Επισημαίνουμε, για μια ακόμα φορά. ότι η συμμετοχή της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ στον διάλογο με τον ΣΕΒ και τους εργοδότες για τις μειώσεις των μισθών είναι απαράδεκτη, γιατί νομιμοποιεί την τρόικα και την κυβέρνηση να προχωρήσουν στον σφαγιασμό των μισθών, των συντάξεων και των συλλογικών συμβάσεων.
Καλούμε την πλειοψηφία της ΓΣΕΕ να εγκαταλείψει, πριν είναι αργά, τον διάλογο απάτη και να κηρύξει τώρα μαζί με την ΑΔΕΔΥ Γενική Απεργία και να οργανώσουν την αντίσταση των εργαζομένων".
ΔΑΚΕ κατά Παπαδήμου
Δριμύτατη επίθεση κατά του πρωθυπουργού Λ. Παπαδήμου εξαπέλυσε ο γ.γ. της ΓΣΕΕ Νικ. Κιουτσούκης, κατηγορώντας τον, με αφορμή τις παρεμβάσεις του στα εργασιακά, ότι εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία υπέρ των δανειστών. «Αποδοχή των προτάσεων της τρόικας ισοδυναμεί με οριστική καταδίκη», υπογραμμίζει και ζητεί να γίνουν σεβαστές οι αποφάσεις των κοινωνικών εταίρων. Ο κ. Κιουτσούκης καλεί τον πρωθυπουργό να ορθώσει ανάστημα και ανάχωμα στην πρακτική του ΔΝΤ διαφορετικά να παραιτηθεί.
Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012
Η Κρίση και το Εγχείρημα της Συντηρητικής Ηγεμονίας
Της Τζένης Λιαλιούτη
Μία σημαντική διάσταση της παρούσας κρίσης, όψεις της οποίας θα μας απασχολήσουν εδώ, αφορά στον «προνομιακό ορισμό του προβλήματος» και στην προσπάθεια οικοδόμησης ηγεμονίας βάσει της καθιέρωσης στο δημόσιο λόγο μιας ερμηνείας για τα αίτια της κρίσης και τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισής της [1]. Η ερμηνεία που προτείνεται από ένα μέρος των πολιτικών και δημοσιογραφικών ελίτ οδηγεί στην ανάδυση ενός συντηρητικού φιλελεύθερου λόγου, ο οποίος διαπερνά τις παραδοσιακές κομματικές και παραταξιακές διαιρέσεις. Αυτός ο φιλελεύθερος συντηρητισμός εμπεριέχει στοιχεία ριζοσπαστισμού, καθώς θέτει στο επίκεντρο των προγραμματικών του στόχων την αναμόρφωση του κράτους και των παραγωγικών δομών, καθώς και την αναδιάταξη της σχέσης ιδιωτικού-δημοσίου. Οι στόχοι αυτοί συνοψίζονται στις συνθηματολογικές αναφορές στο «μεγάλο» κράτος, καθώς και στο επαναλαμβανόμενο αίτημα για ιδιωτικοποίηση των όποιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων παραμένουν υπό κρατικό έλεγχο. Παράλληλα, προβάλλεται συστηματικά η αναγκαιότητα για αναμόρφωση του κομματικού συστήματος και ανάδυση ενός νέου πολιτικού προσωπικού.
Ο περί κρίσης λόγος που προκύπτει εντός του παραπάνω ιδεολογικού πλαισίου εκκινεί από την έννοια της εθνικής κρίσης και της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης προκειμένου να υποστηρίξει την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής και την προσαρμογή των κοινοβουλευτικών διαδικασιών στην αναγκαιότητα της ταχείας λήψης αποφάσεων. Βασικά σημεία αναφοράς αυτού του λόγου είναι η επίκληση του αντι-λαϊκισμού, η απαξίωση της Μεταπολίτευσης και των πολιτικών ελίτ που αναδείχθηκαν στη διάρκειά της, το πρόταγμα της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, η απόρριψη της ιδεολογίας, η υποκατάσταση του στόχου της κοινωνικής δικαιοσύνης από την έννοια της αλληλεγγύης και της φιλανθρωπίας στο πλαίσιο μίας εξιδανικευμένης Κοινωνίας Πολιτών. Ως προς το τελευταίο στοιχείο, αξίζει να υπογραμμιστεί η ιδιαίτερη προβολή που επιφυλάχθηκε από μέσα μαζικής ενημέρωσης στις φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Ειδικότερα, το ιδεολόγημα του αντι-λαϊκισμού αποτελεί ένα από τα βασικά ερμηνευτικά σχήματα αυτού του λόγου. Αιχμή του δόρατος για την αφήγηση του αντι-λαϊκισμού αποτελεί η εξαιρετικά αρνητική αξιολόγηση της περιόδου της Μεταπολίτευσης, η οποία αναπαρίσταται ως παραγωγός δημοσιονομικών ελλειμμάτων και παθογενειών στη συμπεριφορά του κοινωνικού σώματος. Πρόκειται για μία αποσπασματική θέαση του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος, η οποία αποσιωπά τα κεκτημένα της Μεταπολίτευσης στο επίπεδο του εκδημοκρατισμού και της οργάνωσης των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Είναι επίσης χαρακτηριστική η παραγνώριση της συγκριτικής διάστασης της κρίσης, με συστηματικές αναφορές στα αίτια και τα χαρακτηριστικά της στο διεθνές πλαίσιο, και η τάση αναπαράστασής της ως ελληνικής παθολογίας, ως ένα ακόμη σύμπτωμα της ελληνικής εξαίρεσης [2].
Άμεσα συνδεδεμένη με τα παραπάνω είναι η πλήρης απαξίωση του πολιτικού προσωπικού, η οποία συνοδεύεται από την εξιδανίκευση των λεγόμενων τεχνοκρατών στους οποίους αποδίδεται ένας προνομιακός ρόλος όσον αφορά τη διαχείριση της κρίσης, λόγω της αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας και του ρεαλισμού που υποτίθεται ότι τους διακρίνει. Παρά τη δεδηλωμένη εχθρότητα του προς το λαϊκισμό, ο λόγος αυτός παράγει με τη σειρά του στην περίπτωση αυτή έναν δικό του ιδιότυπο λαϊκισμό. Αξίζει επίσης να παρατηρηθεί ότι η κριτική στις πολιτικές ελίτ παίρνει συχνά στο δημόσιο λόγο τη μορφή ενός ισοπεδωτικού αντικομματισμού με αντικοινοβουλευτικές και αντιδημοκρατικές προεκτάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται και όψεις της συζήτησης για την αναγκαιότητα ή μη της χρηματοδότησης των κομμάτων από το κράτος, η οποία καταλήγει ορισμένες φορές σε λαϊκιστικές αναφορές στο «κόστος» της (κομματικής) δημοκρατίας. Ανάλογες αντιδημοκρατικές συνδηλώσεις εντοπίζονται σε αναφορές που υποστηρίζουν την ανάγκη διάκρισης βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας προκειμένου οι αποφάσεις των υπουργών να είναι απαλλαγμένες από τη λογική του πολιτικού κόστους. Ωστόσο, συχνά η αναφορά στο πολιτικό κόστος εμπεριέχει τελικά την ίδια την έννοια της εκπροσώπησης και της λογοδοσίας που ενυπάρχει στη σχέση βουλευτή-εκλογέα.
Κεντρικής σημασίας για το ιδεολογικό αυτό οικοδόμημα είναι η αντίληψη περί της έννοιας του πολίτη, ενώ ενδεικτική είναι η απουσία αναφορών στην έννοια του λαού. Μέσα από τοποθετήσεις πολιτικών και δημοσιογραφικές αναλύσεις, προβάλλει η έννοια του υπεύθυνου και «νομοταγούς» πολίτη, ο οποίος υποκαθιστά την έννοια του λαού και αντιδιαστέλλεται προς την ανεύθυνη και ανορθολογική συμπεριφορά μίας σειράς συλλογικοτήτων (π.χ. συνδικάτα, κόμματα). Ως βασικό στοιχείο της ταυτότητας του υπεύθυνου πολίτη προσδιορίζεται ρητά η απαρέγκλιτη εκπλήρωση των φορολογικών του υποχρεώσεων, αλλά και η συνεισφορά του στη σφαίρα της ιδιωτικής οικονομίας. Η επιχειρηματολογία αυτή στηρίζεται σε μία απλουστευτική, και εν τέλει λαϊκιστική, αντιδιαστολή των εργαζομένων του δημόσιου τομέα προς όσους εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα. Οι πρώτοι απαξιώνονται ως μη παραγωγικοί και ενοχοποιούνται για την εκδήλωση της κρίσης, ενώ οι δεύτεροι παρουσιάζονται ως θύματα της παρασιτικής συμπεριφοράς των πρώτων. Είναι χαρακτηριστική η ακόλουθη αναφορά η οποία υποστηρίζει αυτή τη θέαση των δύο τομέων της οικονομίας, ενώ παράλληλα φέρνει στην επιφάνεια γνώριμα στοιχεία του συντηρητικού λόγου με την αντιδιαστολή του εργατικού πολίτη, που είναι πρόθυμος να αναλάβει επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, προς τον οκνηρό πολίτη που ρέπει προς την παραβατικότητα: «Η προσπάθεια, η τήρηση των νόμων και η επιχειρηματικότητα πρέπει να αμείβονται. Η τεμπελιά και η παρανομία όχι» [3]. Στο πλαίσιο αυτό, αναδύεται ένας δυνάμει διχαστικός λόγος που παραπέμπει σε μία αντίληψη περί εσωτερικού εχθρού, καθώς τίθεται ζήτημα «εκπροσώπησης νομοταγών» πολιτών [4], οι οποίοι αντιδιαστέλλονται έτσι προς τους μη νομοταγείς, απηχώντας εν μέρει ιδεολογικά σχήματα του εθνικόφρονος λόγου.
Τα παραπάνω θα άξιζε ίσως να συσχετιστούν με τις σύγχρονες τάσεις στις ΗΠΑ και την Ευρώπη που αφορούν την ανάδυση ενός νέου και δυνάμει ηγεμονικού συντηρητικού λόγου, συχνά ριζοσπαστικού, ο οποίος φέρνει επίσης στο προσκήνιο μία ανάλογη αντίληψη της έννοιας του πολίτη. Ενδεικτικά, αναφέρουμε το Tea Party στις ΗΠΑ, το οποίο παρά την σχετικά μικρή εκλογική του επιτυχία, έχει ασκήσει σημαντική επιρροή στη δημόσια θεματολογία και στο ιδεολογικό στίγμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Το Tea Party στηρίζει την επιχειρηματολογία του στη διχοτομία μεταξύ σκληρά εργαζόμενων πολιτών που θεωρούνται πλήρη μέλη της κοινωνίας και «ανάξιων», «τσαμπατζήδων», μη παραγωγικών πολιτών που δε νομιμοποιούνται να απολαμβάνουν προνοιακών επιδομάτων ή άλλων αναδιανεμητικών κρατικών πολιτικών. Η εργασία, η παραγωγικότητα τίθενται στον πυρήνα της αντίληψης του Tea Party για την ιδιότητα του πολίτη και την έννοια της αντιπροσώπευσης [5]. Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στη Βρετανία, το ιδεολογικό σχήμα της «Μεγάλης Κοινωνίας» του Ντέιβιντ Κάμερον έφερε στο προσκήνιο την έννοια της ατομικής ευθύνης, της εργασίας ως «σκοπού» της ζωής και προέβαλε τις αξίες του εθελοντισμού και της φιλανθρωπίας δαιμονοποιώντας τον «κρατικό έλεγχο» και τις ηθικές επιπτώσεις των προνοιακών επιδομάτων στη διάπλαση του χαρακτήρα των πολιτών [6].
Έχει, λοιπόν, ενδιαφέρον να δούμε αν και κατά πόσον, η κρίση που σήμερα εκδηλώνεται σε περισσότερα του ενός επίπεδα θα οδηγήσει στην εδραίωση μιας συντηρητικής ηγεμονίας, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και πώς οι τρέχουσες ιδεολογικές διεργασίες θα επηρεάσουν το περιεχόμενο όρων όπως η πολιτική, η δημοκρατία και η συμμετοχή.
Η Τζένη Λιαλιούτη είναι δρ. Πολιτικής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012
Θεμέλια μιας αριστερής προσέγγισης για την κρίση Του Ευκλείδη Τσακαλώτου
Αρχίζω με ένα πολύ παλιό ερώτημα που έχει να κάνει με τη σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής στην πολιτική της αριστεράς. Πώς μας βοηθά η θεωρία; Ποιος είναι ο ρόλος των αριστερών διανοούμενων, είτε είναι στο πανεπιστήμιο είτε είναι οργανικοί διανοούμενοι; Είναι η επιστήμη ουδέτερη, μας δίνει δηλαδή ουδέτερες απαντήσεις στα ερωτήματα που έχουν τεθεί: για τον αν είναι ο προστατευτισμός καλύτερος από την παγκοσμιοποίηση, για τον αν είναι καλύτερα να έχεις το δικό σου νόμισμα ή να συμμετέχεις σε ένα σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, για το αν η ανάπτυξη προωθείται καλύτερα από τις ελεύθερες αγορές ή από μια κρατική βιομηχανική πολιτική; (βλ. συζήτηση του Μ. Λεβί με τον Γιώργο Σουβλή στο RNB).
Η δική μου προσέγγιση σε τέτοιου είδος ερωτήματα ξεκαθάρισε απ’ όταν κατάλαβα γιατί ο Μαρξ, άλλοτε εκθείαζε την πολιτική οικονομία που προηγήθηκε, και άλλοτε την αποκαλούσε «χυδαία» (vulgar). Η απάντηση, νομίζω, είναι ότι πριν κάνει την εμφάνισή της η εργατική τάξη ως αξιόλογο κοινωνικό και πολιτικό μέγεθος, η πολιτική οικονομία διακαιούνταν να την αγνοεί. Αλλά μετά την εμφάνισή της, ήταν «χυδαίο» να την αγνοήσεις, να υποθέτεις ότι ο καπιταλισμός αποτελεί το τελικό στάδιο της παγκόσμιας ιστορίας, ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει ένας άλλος κόσμος. Άρα, μας λέει ο Μαρξ, η επιστήμη ανταποκρίνεται στην κοινωνική πραγματικότητα και τη δυναμική των κινημάτων. Για τον δε Γκράμσι, οι διανοούμενοι της αριστεράς απλοποιούν, συστηματοποιούν, και γενικεύουν την εμπειρία του κόσμου της εργασίας. Θα ήθελα η δική μας αριστερά να διευρύνει αυτόν τον ορισμό, ώστε να εμπεριέχει το φεμινιστικό και οικολογικό κίνημα, το κίνημα κατά του ρατσισμού, και όλα αυτά τα κινήματα που παλεύουν κατά της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών αγαθών.
Γιατί ξεκίνησα την ομιλία μου με αυτές τις σκέψεις; Γιατί μου φαίνεται αξιωματικό ότι για εμάς η κρίση συνδέεται απολύτως με το είδος του καπιταλισμού που γνωρίσαμε πριν από το 2008, και άρα με τις κοινωνικές και γεωγραφικές ανισότητες, την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αγαθών, με τις οικολογικές καταστροφές, με τη μετάβαση ρίσκου στις γυναίκες, στους μετανάστες και γενικότερα στα πιο ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού. Πιο γενικά, με ένα σύστημα που βάζει τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους.
Και σε αυτή την πραγματικότητα αναπτύχθηκαν πληθώρα κινημάτων αντίστασης. Δεν υπάρχει κάποιος ή κάποια σε αυτή την αίθουσα που να μην έχει κάποια συμμετοχή σε αυτά ή που να μην έχει δηλώσει την συμπαράστασή του σε κινήματα άλλων χωρών. Αυτή δεν είναι η εμπειρία που τώρα θα έπρεπε να απλοποιούμε, να γενικεύουμε, να συστηματοποιούμε; Γιατί προτείνουμε την εθνικοποίηση ή την κοινωνικοποίηση των τραπεζών; Γιατί επιμένουμε στη ριζική αναδιανομή του εισοδήματος; Γιατί θέλουμε μια επέκταση των κοινωνικών υπηρεσιών με ένα διαφορετικό κοινωνικό κράτος, που θα αναζητά την έμπρακτη συνεισφορά των ατόμων που έχουν συγκεκριμένες ανάγκες; Γιατί μας ενδιαφέρουν όλοι αυτοί οι πειραματισμοί με την αυτοδιαχείριση, με την κοινωνική οικονομία, με την κοινωνική αλληλεγγύη; Είναι επειδή όλα αυτά θα λύσουν το πρόβλημα του χρέους; Αυτό είναι που μας λένε όλα τα κοινωνικά κινήματα των τελευταίων χρονών;
Είναι ένα πράγμα να ισχυριστεί κανείς ότι το χρέος αποτελεί πρόβλημα (αν και ο Γιάννης Μηλιός θα σας έλεγε ότι ο καπιταλισμός δουλεύει μέσω του χρέους)· είναι ένα πράγμα να δείχνει κανείς πώς το χρέος χρησιμοποιείται για να εμβαθύνει το νεοφιλελεύθερο εγχείρημα με τις επιθέσεις στους μισθούς, στις συντάξεις και στα εργασιακά δικαιώματα. Αλλά είναι τελείως διαφορετικό να θεωρεί κανείς ότι το χρέος αποτελεί το ουσιαστικό πρόβλημα της εποχής. Η δική μας υποχρέωση είναι να δείξουμε τι υπάρχει πίσω από τη συσσώρευση χρέους, να αμφισβητήσουμε τους όρους της αντιπαράθεσης με την κυρίαρχη ιδεολογία. Αισθάνομαι περήφανος για όλα αυτά που έχουμε καταφέρει όλα αυτά τα χρόνια, και με στεναχωρεί όταν αρκετοί δεν συμμερίζονται αυτή την περηφάνια. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι κάτι κάναμε καλά όλο αυτόν τον καιρό. Αν δεν ήταν έτσι, τότε η συζήτησή μας εδώ σήμερα δε θα είχε και τόσο νόημα. Ότι θα μπορούσαμε να είχαμε καταφέρει περισσότερα είναι αφορμή για να διευρύνουμε την ατζέντα -- όχι για να γκρινιάζουμε μεταξύ μας.
Χρειάζεται να απαντήσουμε τα ερωτήματα που έχει θέσει το σύστημα; Ναι, άλλα με τους δικούς μας όρους. Εξάλλου το έχουμε κάνει για το θέμα του χρέους. Περίπου ζητάμε ό,τι διεκδίκησε με επιτυχία η Γερμανία το ’53: κούρεμα, επενδυτικό πρόγραμμα όπως το σχέδιο Μάρσαλ, και αποπληρωμή ανάλογα με τις δυνατότητές μας σε σχέση με τις εξαγωγές και το ρυθμό ανάπτυξης. Αυτό θα μπορούσε να διαπραγματευτεί μια σημερινή κυβέρνηση. Μια αριστερή κυβέρνηση, με άλλους συσχετισμούς, θα ήταν προφανώς πιο προωθημένη. Στο μεταξύ, δεν βλέπω το λόγο να μην λέμε ναι σε όλα: και στα ευρωομόλογα, και σε ένα αναβαθμισμένο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και σε μια διαφορετική ΕΚΤ. Αυτοί που θεωρούν ότι τα ευρωομόλογα είναι ρεφορμιστικό αίτημα έχουν απόλυτα δίκαιο – αλλά τι σόι παγκόσμια καπιταλιστική κρίση είναι αυτή που θα σωθεί από ένα ευρωομόλογο; Το θέμα είναι αν τέτοιες αλλαγές ανοίγουν νέα πεδία παρέμβασης. Γιατί, όπως εύστοχα αναρωτήθηκε πρόσφατα ο Δημήτρης Παπαγιαννάκος, σε ένα πολύ καλό άρθρο στις Συναντήσεις της Αυγής, αν η TINA είναι μύθος στο επίπεδο τους έθνους κράτους, γιατί να ισχύει στο υπερεθνικό επίπεδο;
Για ό,τι λέμε, οφείλουμε να οικοδομούμε από τα κάτω και συγχρόνως να μην χάσουμε τη μεγάλη εικόνα. Όμως, η μεγάλη εικόνα δεν είναι η ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, αλλά μια ριζική μετατόπιση στο οικονομικό-παραγωγικό-καταναλωτικό-κοινωνικό παράδειγμα μιας ολόκληρης εποχής. Και αυτή η μεγάλη εικόνα είναι που μας δίνει ένα μπούσουλα για τις συμμαχίες μας.
Για τις συμμαχίες μας με τους μικρομεσαίους, για παράδειγμα. Όχι με βάση τη συνέχισης της φοροδιαφυγής και της εκμετάλλευσης των μεταναστών. Αλλά με βάση νέα καταναλωτικά και παραγωγικά πρότυπα· με μια νέα ματιά στους συνεταιρισμούς και τα παραγωγικά δίκτυα, για μια πιο ποιοτική παραγωγή που θα σέβεται το περιβάλλον.
Για τις συμμαχίες με τους ανθρώπους που αποδεσμεύονται από τη σοσιαλδημοκρατία. Από τη μια μεριά αρνούμαστε την πρακτική του ΚΚΕ που δε μιλάει με οργανωμένες πολιτικές συλλογικότητες που δεν ελέγχει. Χρειαζόμαστε και συμμαχίες κορυφής. Από την άλλη, κατανοούμε ότι το βασικό είναι οι κοινωνικές συμμαχίες που έχουν τη δυναμική να αλλάξουν το κυρίαρχο παράδειγμα. Στη διαδικασία αυτή, δεν ενώνουμε δύο παλιά ρεύματα, αλλά χτίζουμε κάτι καινούργιο με βάση τις ανάγκες των πολλών της επόμενης περιόδου.
Για τις διεθνείς συμμαχίες. Δεν είμαστε δεσμευμένοι σε καμία υπάρχουσα οικονομική και χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική. Αλλά είμαστε δεσμευμένοι να βρούμε θεσμικές μορφές για τον έλεγχο των χρηματαγορών και των πολυεθνικών. Είμαστε δεσμευμένοι να μη συνεχίσουμε τον ανταγωνισμό μεταξύ εθνικών οικονομιών, που μόνιμα έχει χαμένους τον κόσμο της εργασίας και νικήτρια την αποτυχημένη οικονομία. Είμαστε δεσμευμένοι να βρούμε τους υπερεθνικούς θεσμούς αυτούς που θα δημιουργήσουν χώρο για την πολιτική και τη δημοκρατία, που όχι μόνο θα επιτρέψουν αλλά και θα ενθαρρύνουν τον κοινωνικό και οικονομικό πειραματισμό. Αυτές οι δεσμεύσεις είναι μεγάλο μέρος της ατζέντας μας, γιατί αυτό προκύπτει από τα κινήματα με τα οποία όλοι και όλες ασχολούμαστε πριν και μετά το 2008.
Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, ο καπιταλισμός διεκδικούσε, σε σχέση με τη μονοκαλλιέργεια του σοβιετικού μοντέλου, τον τίτλο του πλουραλισμού -- με την ελεύθερη αγορά, αλλά και με την κρατική παρέμβαση, το κοινωνικό κράτος, τα (ημι) αυτόνομα πανεπιστήμια, με κάποια αυτονομία στην τοπική αυτοδιοίκηση, με διαβουλευτικούς θεσμούς στις αγορές εργασίας. Με το νεοφιλελευθερισμό, ο καπιταλισμός επέστρεψε στη μονοκαλλιέργεια της αγοράς, της επιχειρηματικότητας, της υιοθέτησης των τεχνικών του μάνατζμεντ στο δημόσιο τομέα. Τώρα πια εμείς αντιπροσωπεύουμε τον πλουραλισμό. Έχουμε μπολιαστεί από τα κινήματα και ξέρουμε ότι υπάρχουν πολλές λύσεις για πολλά προβλήματα. Είμαστε και με την αυτοδιαχείριση, και με την κοινωνικοποίηση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, και με την κοινωνικοποίηση των τραπεζών, και με ένα πιο δημοκρατικό δημόσιο τομέα, και με την κοινωνική οικονομία, και με τους συνεταιρισμούς.
Τελειώνω με το σημείο απ’ όπου άρχισα. Χρειαζόμαστε απλοποίηση και γενίκευση. Χρειαζόμαστε, για παράδειγμα, κάποιος που δουλεύει για ένα καλύτερο σχολείο να κατανοήσει τι τον ενώνει με κάποια που παλεύει κατά της επισφάλειας στην αγορά εργασίας. Χρειαζόμαστε έναν αναβαθμισμένο προγραμματικό λόγο που δεν ξεχνά τις ρίζες μας, τα θεμέλια της προσέγγισής μας. Που δεν ξεχνά τις εμπειρίες μας. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αλλάξουμε τους συσχετισμούς. Να είναι το όλον των παρεμβάσεών μας μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους. Γι’ αυτό προτάσσουμε την ενότητα σε σχέση με τη γραμμή. Γιατί η επιμονή στη μία και μοναδική γραμμή δεν προσθέτει, αλλά διαιρεί. Πιστεύω ότι αν καταφέρουμε να δημιουργήσουμε τις συνθήκες όπου το όλον θα είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα, όπου οι κινήσεις μας θα δουλεύουν πολλαπλασιαστικά, τότε θα μπορούμε όλοι και όλες να περιμένουμε πολύ καλύτερες μέρες.
Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012
ΚΚΕ: Άλλα λόγια να (μην) αγαπιόμαστε
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΒΟΥΤΣΗ
Το μήνυμα του κόσμου της αριστεράς και των πολύμορφων κινημάτων που αναπτύχθηκαν για την ανατροπή της πολιτικής του Μνημονίου έχει ληφθεί απ' όλους. Πέραν από τις δημοσκοπήσεις, που με τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά επιβεβαιώνουν τη συνεχώς αυξανόμενη διάθεση μέσα στον λαό για τη διαμόρφωση μιας μετωπικής εναλλακτικής αριστερής πρότασης που θα βάλει τέρμα - και μέσω φυσικά των εκλογών - στη δολοφονική πολιτική που εφαρμόζουν ενάντια στον λαό οι δυνάμεις του μνημονιακού μπλοκ, η καθημερινή επαφή με τον κόσμο της εργασίας επιβεβαιώνει την πίεση προς όλους τους φορείς της αριστεράς για ενότητα στη δράση.
Ως φυσική εξέλιξη μιας αναγκαίας ανταπόκρισης των ηγεσιών των δυνάμεων της αριστεράς στο συγκεκριμένο, κορυφαίο, λαϊκό αίτημα της περιόδου, καταγράφονται διεργασίες ενωτικής ανασύνθεσης ή τουλάχιστον ανοικτού διαλόγου με βάση τις πιο ιδιαίτερες προτάσεις και τη στρατηγική πολιτικών δυνάμεων και ομαδοποιήσεων στον χώρο της αριστεράς. Στο πλαίσιο αυτών των ζυμώσεων κεντρική θέση έχουν εδώ και καιρό οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί και βρίσκονται σε συνεχή επεξεργασία με πρωτοβουλία των δυνάμεων που συγκροτούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Η εμμονή στην υπόθεση της ενότητας γονιμοποιεί και άλλες προτάσεις και φωνές στον ευρύτερο αριστερό αντιμνημονιακό χώρο, προτάσεις που επικοινωνούν και με αντίστοιχες διεργασίες σε ευρωπαϊκή και διεθνή κλίμακα για τη διαμόρφωση εναλλακτικής πρότασης στο έδαφος της δομικής συστημικής κρίσης του καπιταλισμού.
Η ηγεσία του ΚΚΕ αντιμάχεται σθεναρά οποιαδήποτε επικοινωνία και σχετική συζήτηση, προφανώς και ομολογημένα για να μη δημιουργούνται «αυταπάτες». Αυτή η μαγική λέξη, οι αυταπάτες, αποτελεί δυστυχώς ένα μόνιμο και ασφαλές (;) καταφύγιο, ένα σαθρό προκάλυμμα μιας στείρας και κάθετης ανθενωτικής στάσης μέσα στα μαζικά κινήματα, αλλά και στο πεδίο των αναγκαίων πολιτικών πρωτοβουλιών για την ανατροπή της βάρβαρης κοινωνικής πολιτικής που επιχειρείται να εφαρμοστεί μεσομακροπρόθεσμα μέσα από τη συνομολόγηση της περίφημης δανειακής σύμβασης.
Στον βωμό της ρητορείας για τη διεκδικούμενη «μοναδικότητα» από το ΚΚΕ της αριστερής πρότασης για τη διέξοδο από την κρίση «καίγονται» όλες οι άλλες προτάσεις και ιδέες, που φιλοδοξούν να διαμορφωθεί ένα αντίπαλο αριστερό δέος που να εκφράζει τις δυνάμεις της εργασίας στη σκληρή αντιπαράθεση και την επίθεση που έχουν εξαπολύσει οι δυνάμεις του κεφαλαίου στη χώρα μας και σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Στο πλαίσιο αυτού του παραλογισμού πολλά ερωτηματικά δημιούργησε η άρνηση καθ' αυτή της δυνατότητας να υπάρξει αριστερή κυβερνητική λύση, η αξιωματική άρνηση να διαμορφωθεί φιλολαϊκή πολιτική από μια αριστερή διακυβέρνηση, με κεντρικό στόχο την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής και την εφαρμογή μέτρων και πολιτικών για την αναδιανομή του πλούτου, την ανάπτυξη στη βάση της οικονομίας των αναγκών, την απασχόληση, τη φορολόγηση του κεφαλαίου, τη διευρυμένη κοινωνική αλληλεγγύη ως άμεση προτεραιότητα για την ανάκτηση όσων δικαιωμάτων ήδη έχουν χαθεί. Μια πολιτική που ρητά, σε ό,τι μας αφορά, προϋποθέτει το πάγωμα της αποπληρωμής χρεών μέσα στο πλαίσιο μιας διευθέτησης για τη διαγραφή του μεγαλύτερου δυνατού μέρους των, όπως επίσης και τη διαμόρφωση νέων πολιτικών συσχετισμών σε ευρωπαϊκή κλίμακα, που θα επιβάλουν την ανατροπή της παρούσας αρχιτεκτονικής και των νέων συνθηκών που στηρίζουν το ευρώ ως μοχλό για να πληρώσουν την κρίση οι εργαζόμενοι.
Γιατί αποτελεί εμπαιγμό του λαού η ενωτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ; Γιατί δημιουργούν αυταπάτες, αναχώματα και συνιστούν επίσης εμπαιγμό οι συγκροτημένες προτάσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των δυνάμεων της αριστεράς στην Ευρώπη; Οι συμμαχίες, οι συνεργασίες, τα μέτωπα, οι συγκλίσεις σε επί μέρους στόχους και σε κοινές δράσεις, η συνύπαρξη, προφανώς μέσα από τη διαφορετικότητα, στα μαζικά κινήματα και στις πολιτικές συγκρούσεις, όλα αυτά που αποτελούσαν και αποτελούν το αλφαβητάρι των παραδόσεων και της κουλτούρας των αριστερών δυνάμεων μπαίνουν στο ράφι, εξορκίζονται, ενοχοποιούνται από εκπροσώπους της ηγεσίας του ΚΚΕ.
Όταν καταρρέει το δικομματικό πολιτικό σκηνικό, όταν κατά κοινή ομολογία έχει απωλεσθεί από τις αστικές δυνάμεις τόσο η ικανότητα διαμεσολάβησης των κοινωνικών στρωμάτων της εργασίας, όσο και η παραδοσιακή πολυσυλλεκτική συνοχή τους, είναι αδιανόητη η εμμονή ως ιδιότυπη «αρετή» στην πολυδιάσπαση της αριστεράς.
Αν μη τι άλλο και αφού πλέον έχει εξαντληθεί το οπλοστάσιο του καταγγελτισμού και των αυθαίρετων αιτιάσεων προς όλες τις άλλες δυνάμεις της αριστεράς, έχει έρθει η ώρα για την ηγεσία του ΚΚΕ να καταθέσει με σαφήνεια τη δικιά της ενωτική πρόταση για το κίνημα και την πολιτική αριστερά. Αν βεβαίως υπάρχει τέτοια πρόταση κι αν πιστεύουν ότι αφορά και οποιονδήποτε άλλον πέραν από τα μέλη, ίσως και όχι όλα, του κόμματος!
Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012
Ανακοίνωση του Τμήματος Παιδείας του ΣΥΝ για τις εκλογές των συμβουλίων διοίκησης των ΑΕΙ
Βρισκόμαστε μπροστά στην πρώτη, αλλά καθοριστική, μάχη ενός μεγάλου αγώνα για την ανατροπή του νέου νόμου-πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενός νόμου που αν εφαρμοστεί θα είναι η χαριστική βολή σε ό,τι έχει μείνει από το ελεύθερο, δημόσιο, ακαδημαϊκό Πανεπιστήμιο.
Η πανεπιστημιακή κοινότητα, οι φοιτητές και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αλλά και η ελληνική κοινωνία ξέρουν πολύ καλά ότι ο νόμος αυτός σημαίνει το τέλος της δημόσιας και δωρεάν τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, γιατί:
• Μετατρέπει τα ΑΕΙ σε Α.Ε που θα παράγουν υπερειδικευμένους τεχνοκράτες μιας χρήσης και όχι επιστήμονες με ευρεία επιστημονική συγκρότηση και κριτική σκέψη,
• Διασπά τα πτυχία σε δυο κύκλους με στόχο την εισαγωγή διδάκτρων και την « αυτοχρηματοδότηση» των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων και παράλληλα κατεδαφίζει τα επαγγελματικά δικαιώματα,
• Καταργεί το δημόσιο χαρακτήρα της έρευνας,
• Καταργεί τη δημοκρατική αυτοδιοίκηση του πανεπιστημίου και δημιουργεί ένα ολιγαρχικού χαρακτήρα όργανο που θα τελεί κάτω από τον ασφυκτικό κρατικό και επιχειρηματικό έλεγχο, διαλύοντας με τον τρόπο αυτό κάθε ίχνος δημοκρατίας στα ΑΕΙ,
• Ανοίγει το δρόμο σε καταργήσεις – συγχωνεύσεις τμημάτων και σχολών με αγοραία κριτήρια καθώς και σε απολύσεις διδακτικού και διοικητικού προσωπικού.
Οι εκλογές για την ανάδειξη των συμβουλίων διοίκησης είναι το πρώτο βήμα για την υλοποίηση του νέου νόμου-πλαίσιο.
Ο Συνασπισμός θα βρεθεί δίπλα στην πανεπιστημιακή κοινότητα, τους διδάσκοντες, το διοικητικό και ερευνητικό προσωπικό, τους φοιτητές και σπουδαστές στον αγώνα τους για την κατάργηση αυτού του νομοσχεδίου, για την ήττα της πολιτικής του Μνημονίου σε Παιδεία και κοινωνία.
Θα συνεχίζει να παλεύει για μια καλύτερη Παιδεία δημόσια, δωρεάν, για όλους και όλες, για ένα Πανεπιστήμιο, χώρο δημιουργίας, έρευνας και αναζήτησης που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας και της νεολαίας.
Θα συνεχίζει να αγωνίζεται ώστε να ανατραπεί η πολιτική της κυβέρνησης και να οδηγηθούμε άμεσα σε εκλογές για να εκφραστεί δημοκρατικά η θέληση του λαού και να ανοίξει ο δρόμος για θετικές πολιτικές εξελίξεις.
Τμήμα Παιδείας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





