Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Δραγασάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Δραγασάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Τι είπαν στο συνέδριο του ΚΕΑ

Γ.Δραγασάκης: Πρόταση 5 σημείων για αλλαγή πολιτικής

Το συνέδριο αυτό γίνεται σε μια κρίσιμη στιγμή. Στην Ευρώπη του χρηματιστικού καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού συζητούν για νέα σύμφωνα αστυνόμευσης των μισθών και όχι ελέγχου των ασύδοτων αγορών. Αντί για αξιόπιστη και ανθρώπινη διέξοδο από την κρίση, με τις επιλογές τους θέτουν τις βάσεις για ακόμη μεγαλύτερες κρίσεις στο μέλλον. Στην Ελλάδα η χρεωκοπία της πολιτικής του Μνημονίου είναι πλήρης και μη αναστρέψιμη. Το αίτημα για αλλαγή πορείας γίνεται καθολικό.

Οι πολιτικές διαστάσεις του προβλήματος του δημόσιου χρέους

Το πρόβλημα της δημόσιας και της ιδιωτικής υπερχρέωσης αποτελεί σήμερα ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Δεν ήταν ένα λάθος αλλά μια συνειδητή και συστημική επιλογή στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων που κυριάρχησαν. Στόχος της επιλογής αυτής ήταν η αποκομιδή εύκολων κερδών από τις τράπεζες, και όχι μόνο, αλλά και η πρόσκαιρη συγκάλυψη των κοινωνικών ανισοτήτων και η άμβλυνση των κυκλικών κρίσεων του καπιταλισμού με την πιστωτική επέκταση και με μια μεγέθυνση που γινόταν κυρίως μέσω δανεισμού.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα επιτείνεται και από ειδικότερες αιτίες, όπως:

α) Η φορολογική ασυλία των ισχυρών, η διάχυτη φοροδιαφυγή και η υστέρηση των φορολογικών εσόδων σε σχέση με τα μέσα επίπεδα της ευρωζώνης.

β) Οι υψηλές στρατιωτικές δαπάνες και οι εξοπλισμοί, που ευθύνονται για το 1/3 περίπου του πριν την κρίση χρέους.

γ) Η απουσία κάθε συστήματος ελέγχου και αξιολόγησης της κοινωνικής αποτελεσματικότητας των δημόσιων δαπανών και η μετατροπή του δημοσίου σε χώρο ελεύθερης δράσης των ιδιωτικών συμφερόντων, ιδίως μετά την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Άρα δεν ευθύνεται το κράτος γενικώς, όπως λένε, οι απολογητές του ισχύοντος συστήματος, αλλά η περαιτέρω υποταγή του κράτους σε ιδιωτικά συμφέροντα και ιδιοτελείς συμπεριφορές και πρακτικές.

*****

Ενώ όμως το δημόσιο χρέος προϋπήρχε, αλλά ήταν διαχειρίσιμο μέχρι και το 2009, η μετεξέλιξή του σε ανοιχτή κρίση και ο αποκλεισμός από τις αγορές δανεισμού δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο ενδογενών αιτιών. Πέρα από τις ευθύνες της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ήταν αποτέλεσμα αφ’ ενός της διεθνούς κρίσης και αφ’ ετέρου της νεοφιλελεύθερης αρχιτεκτονικής της Νομισματικής Ένωσης, των εγγενών ελλειμμάτων και αντιφάσεων του ευρώ, της απουσίας μηχανισμών κοινού δανεισμού και κοινής άμυνας απέναντι στην κερδοσκοπία και την παντοδυναμία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Σήμερα ακόμη και κορυφαίοι παράγοντες της Ε.Ε. αναγνωρίζουν ότι το μέγεθος και το οικονομικό κόστος της ελληνικής κρίσης μεγάλωσε εξαιτίας των προβλημάτων αυτών αλλά και της συνειδητής ολιγωρίας της καγκελαρίου κ. Μέρκελ και των ευρωπαϊκών αρχών. Όμως γιατί να πληρώσει ο ελληνικός λαός τις συστημικές αδυναμίες του ευρώ και το κόστος της ολιγωρίας των Ευρωπαίων ηγετών;



Ριζική λύση με κοινή αριστερή ευρωπαϊκή στρατηγική

Από την ανάλυση αυτή προκύπτουν δύο διαπιστώσεις και ένα συμπέρασμα.

Διαπίστωση πρώτη. Το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος των 300 περίπου δισ. ευρώ αντιπροσωπεύει ένα κεφάλαιο που δεν υπάρχει πλέον ούτε ως χρήμα ούτε ως παραγωγική δυνατότητα. Είναι ένα κεφάλαιο που έχει αναλωθεί σε μια κατανάλωση που δεν υπάρχει πλέον, σε εξοπλισμούς οι οποίοι δεν παράγουν εισόδημα, σε υποδομές που φθείρονται ή αντιπροσωπεύει κέρδη και φοροκλοπές που και τα δύο έχουν φυγαδευτεί στο εξωτερικό.

Άρα αυτό το αναλωθέν κεφάλαιο δεν μπορεί να αναπαραχθεί, άρα δεν μπορεί να πληρωθεί.

Διαπίστωση δεύτερη. Ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να εξυπηρετηθεί ένα μέρος αυτού του αναλωθέντος κεφαλαίου, του παλαιού χρέους δηλαδή, είναι μέσω μιας νέας ανάπτυξης, η οποία όμως για να επιτευχθεί απαιτεί νέους πόρους. Θεωρητικά θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και όλο το χρέος και μακροχρόνια να αποσβεσθεί, όπως έγινε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με το χρέος των ΗΠΑ και άλλων χωρών, μέσω μιας ισχυρής και διαρκούς ανάπτυξης. Όμως η ύπαρξη μιας τέτοιας προοπτικής απαιτεί ριζική αλλαγή της κυρίαρχης ευρωπαϊκής πολιτικής, ένα πανευρωπαϊκό αναπτυξιακό σχέδιο και μαζική μεταφορά μη δανειακών πόρων, όπως είχε γίνει μεταπολεμικά με το σχέδιο Μάρσαλ.

Το πρόβλημα του δημόσιου χρέους καλούμαστε λοιπόν να το προσεγγίσουμε καταρχήν στρατηγικά και όχι λογιστικά. Και έχουν δίκιο όσοι μας καλούν να σκεφθούμε το πρόβλημα του δημόσιου χρέους με όρους ενός «καλού» και ενός «κακού» χρέους. Το «καλό» χρέος είναι το νέο χρέος που πρέπει να υπάρξει, με φειδώ ασφαλώς, μόνο για αναπτυξιακούς σκοπούς, και το «κακό» είναι το χρέος που έρχεται από το παρελθόν, το οποίο θα πρέπει να απορροφηθεί από έναν ευρωπαϊκό ή διεθνή φορέα, μέσω του οποίου θα μπει σε μια διαδικασία μακροχρόνιας απόσβεσής του. Ίσως έχουν δίκιο, για να αναφερθώ σε μια συναφή πρόταση, επίσης, το Δίκτυο Ευρωπαίων Οικονομολόγων, ο καθηγητής Βαρουφάκης και όλοι όσοι υποστηρίζουν πως ένα μέρος των εθνικών χρεών πρέπει να απορροφηθεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και να αδρανοποιηθεί. Η κοινή ιδέα εδώ είναι πως το παλιό χρέος, το πεθαμένο κεφάλαιο, δεν θα πρέπει να πνίξει, κρατώντας δέσμιο, το ζωντανό κεφάλαιο και μαζί μ’ αυτό ολόκληρη την οικονομία και την κοινωνία, σε ένα εξαντλημένο παρελθόν.

*****

Το συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει προοδευτική λύση στο πρόβλημα του χρέους. Όμως η λύση αυτή περνά μέσα από μια διαπραγμάτευση με δύο κυρίως επίδικα θέματα: τη μείωση του χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του και τη χρηματοδότηση της ανάκαμψης, της ανασυγκρότησης της οικονομίας και της νέας ανάπτυξης.

Εννοείται πως στην εξειδίκευση μιας τέτοιας διαδικασίας θα πρέπει να διευκρινιστούν πολλά θέματα. Για παράδειγμα, ορισμένοι δικαιούχοι, όπως ασφαλιστικά ταμεία σε Ελλάδα και Ευρώπη, ή μικροαποταμιευτές, θα πρέπει να εξαιρεθούν από το όποιο κόστος ή να αποζημιωθούν. Επίσης η ρύθμιση του Δημόσιου Χρέους πρέπει να περιλαμβάνει τη ρύθμιση του χρέους των τραπεζών και μέρος του ιδιωτικού χρέους, ιδίως των φτωχών νοικοκυριών.

Μπορούμε λοιπόν να εργασθούμε για μια πολυμερή ευρωπαϊκή διάσκεψη για το χρέος, τις ανισότητες και τις αναπτυξιακές ασυμμετρίες στην Ευρώπη, που θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά με τρόπο ριζικό και συνολικό για όλες τις χώρες και θα θέσει την ευρωπαϊκή προοπτική σε νέες βάσεις. Η άλλη επιλογή είναι να αφεθούν τα προβλήματα να σέρνονται μέσα σε ατέρμονες διμερείς και αποσπασματικές διαπραγματεύσεις, πιέσεις, εκβιασμούς και επαναλαμβανόμενες κρίσεις.

Πιστεύω πως η πρώτη εκδοχή πρέπει να είναι η επιλογή μας.

*****

Το πρόβλημα του δημόσιου χρέους αρχίζει να συνειδητοποιείται ως ένα πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο πρόβλημα. Αρχίζει να συνειδητοποιείται ότι το πρόβλημα, στ’ αλήθεια, δεν είναι το δημόσιο χρέος από μόνο του αλλά η ύφεση, το ιδιωτικό χρέος, το χρέος των τραπεζών και η συνέχιση της πολιτικής που δημιουργεί το χρέος. Άρα και εκεί που σήμερα δεν υπάρχει πρόβλημα δημόσιου χρέους, αύριο μπορεί να εμφανισθεί. Αρχίζει έτσι να αναπτύσσεται ένας ευρύτερος προβληματισμός και από δυνάμεις πέραν της αριστεράς που συγκροτεί τον πυρήνα μιας προοδευτικής ευρωπαϊκής απάντησης στο πρόβλημα του χρέους. Βασικά σημεία μιας τέτοιας πολιτικής είναι:

Πρώτο, να επιτραπεί ο κατευθείαν δανεισμός και των κρατών από την ΕΚΤ, όπως συμβαίνει και με τις τράπεζες.

Δεύτερο, να δημιουργηθεί κοινός μηχανισμός δανεισμού για την έκδοση ευρωομολόγων που, υπό όρους και προϋποθέσεις, θα μπορούσε να περιορίσει τη δύναμη των αγορών να κερδοσκοπούν με τις διαφορές επιτοκίων.

Τρίτο, να μετατραπεί μέρος των εθνικών χρεών σε κοινό ευρωπαϊκό χρέος.

Τέταρτο, να γίνει διαγραφή, αδρανοποίηση ή επαναγορά μέρους του χρέους με τους πόρους ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ή και της περιουσίας.

Πέμπτο, να εξασφαλισθεί αναπτυξιακή ώθηση, με αιχμή την απασχόληση, την κοινωνική ανάπτυξη και την αλληλεγγύη, μέσα από έναν ενισχυμένο προϋπολογισμό και νέους θεσμούς διαφανείς και δημοκρατικά ελεγχόμενους.

Υπάρχουν λοιπόν λύσεις που θα μπορούσαν να δώσουν άμεση διέξοδο και ταυτόχρονα να συμβάλλουν στον αγώνα ενάντια στο μισθολογικό, το φορολογικό και τον κοινωνικό ανταγωνισμό, ενισχύοντας την αλληλεγγύη. Ο λόγος που αυτές οι λύσεις δεν υιοθετούνται δεν είναι ούτε θεσμικός ούτε τεχνικός. Ο λόγος είναι ότι, αν υιοθετούνταν, θα κλόνιζαν τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία και τη συναίνεση, που έχει διαμορφωθεί πάνω σ’ αυτήν, ανάμεσα στην ευρωπαϊκή δεξιά και μεγάλα τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας. Είναι λοιπόν αυτές οι συναινέσεις και οι διαμορφωμένοι συσχετισμοί που πρέπει να ανατραπούν για να ανοίξει ο δρόμος για προοδευτικές λύσεις, και όχι μόνο για το πρόβλημα του χρέους.

*****



Ρύθμιση του χρέους: Αναγκαία αλλά δεν αρκεί

Η δίκαιη και βιώσιμη ρύθμιση του συσσωρευμένου χρέους είναι άμεση και επιτακτική ανάγκη, διότι το συσσωρευμένο χρέος, όσο αυξάνει, μεγαλώνει την επισφάλεια της εργασίας και την πίεση στο κοινωνικό κράτος. Αξιοποιείται ως μοχλός πίεσης, εκβιασμού και τρομοκράτησης της κοινωνίας.

Όμως η ρύθμιση του χρέους από μόνη της, ακόμη κι αν γίνει με τους πλέον ευνοϊκούς όρους, δεν αρκεί για μια επανεκκίνηση της οικονομίας και αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος, αν δεν ανατραπεί το σύστημα που δημιουργεί το χρέος.

Αυτό σημαίνει πως ο ριζικός μετασχηματισμός του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας, η δίκαιη διανομή και αναδιανομή, ο κοινωνικός έλεγχος του τραπεζικού συστήματος και η άμεση δημιουργία ενός ισχυρού δημόσιου πυλώνα, η εφαρμογή μιας στρατηγικής κοινωνικής ανάπτυξης, με επίκεντρο τη διεύρυνση της απασχόλησης και την αναβάθμιση της εργασίας, πάλη για τα δικαιώματα και τη δημοκρατία, είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μια δίκαιη και βιώσιμη ρύθμιση του συσσωρευμένου χρέους μπορεί να αποδειχθεί πράγματι ανάσα για τον λαό και δύναμη επανεκκίνησης της οικονομίας. Ο συνδυασμός μάλιστα της οικονομικής με την οικολογική κρίση κάνει ένα τέτοιο πλαίσιο ακόμη πιο απαιτητικό, αφού η διέξοδος από την κρίση πρέπει να γίνει με όρους όχι περισσότερης αλλά διαφορετικής ανάπτυξης από οικολογική και κοινωνική άποψη.

Το πλήρες κείμενο της Ομιλίας βρίσκεται αναρτημένο στις ιστοσελίδες: www.dragasakis.gr και www.avgi.gr

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Η αριστερά σε ρόλο πρωταγωνιστικό, του Γιάννη Δραγασάκη

Το μέλλον της αριστεράς δεν είναι εκείνο του κομπάρσου. Ο ρόλος της είναι να πρωταγωνιστεί με τις ιδέες της και με τη δράση της. Αυτός όμως ο ρόλος δεν είναι ιδιότητα γονιδιακή. Είναι στόχος που πρέπει να διεκδικείται και να καταχτιέται συνεχώς. Ο χώρος της αυτοδιοίκησης μπορεί σήμερα να γίνει η αφετηρία για μια τέτοια διεκδίκηση. Υπάρχουν λόγοι που καθιστούν σήμερα και αναγκαία και παραγωγική μια νέα συνάντηση αριστεράς και αυτοδιοίκησης.

Το «Μνημόνιο», σε συνδυασμό με τον «Καλλικράτη», δημιουργεί ρήγματα μεγάλα στις έως τώρα διαμορφωμένες σχέσεις, ανάμεσα στους πόρους της αυτοδιοίκησης, τις αρμοδιότητές της και τις ανάγκες των πολιτών και των τοπικών κοινωνιών. Το πρώτο ρήγμα αφορά τη σχέση των πόρων με τις αρμοδιότητες, καθώς ο μεν «Καλλικράτης» μεταφέρει αρμοδιότητες (στους δήμους), το δε «Μνημόνιο» απαιτεί πόρους από αυτούς.

Το δεύτερο ρήγμα ωριμάζει και προκαλείται από την έκρηξη των αναγκών. Το «Μνημόνιο» συνιστά έναν τεράστιο μηχανισμό πίεσης και αναδιανομής, που δημιουργεί βαθιά ύφεση, μαζική καταστροφή μικρών επιχειρήσεων, στρατιές ανέργων και διευρυμένες ζώνες φτώχειας. Ταυτόχρονα, λόγω των δημοσιονομικών περικοπών, περιορίζονται οι δυνατότητες του κράτους να ανταποκριθεί στις διογκούμενες ανάγκες. Οι δήμοι θα βρεθούν έτσι αντιμέτωποι με κύματα παλαιών και νέων αναγκών και αιτημάτων ως οι πλησιέστεροι προς τους πολίτες θεσμοί.

Η διπλή πίεση

Το προσχέδιο του προϋπολογισμού αναφέρει, ενδεικτικά, ότι η επίσημα μετρούμενη ανεργία θα εκτιναχθεί το 2011 στο 14,5% από 9,5% το 2009, αύξηση δραματική σε τόσο σύντομο χρόνο. Μάλιστα μελέτες του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, που επιβεβαιώνονται από αντίστοιχες του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, προειδοποιούν ότι η ανεργία μπορεί να υπερβεί και το 18%.

Από την άλλη πλευρά το προσχέδιο του προϋπολογισμού εκτιμά ότι το Δημόσιο Χρέος το 2011 θα ανέλθει στο 142,2% από 115% που ήταν το 2009, οι δε τόκοι για την εξυπηρέτησή του από 12 περίπου δισ. ευρώ ή 5,2% του ΑΕΠ το 2009 θα υπερβούν τα 20 δισ. ευρώ ή το 8% το 2014. Αυτό σημαίνει ότι η εξυπηρέτηση του χρέους θα διεκδικεί ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο από τα φορολογικά έσοδα, σε βάρος εκείνων που απομένουν για να διατεθούν για τις δημόσιες επενδύσεις, την παιδεία, την υγεία και τις άλλες ανάγκες των πολιτών.

Η κυβέρνηση προχώρησε ήδη στην περικοπή του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων κατά σχεδόν 1 δισ. ευρώ για να καλύψει τις ετήσιες πληρωμές για τα εξοπλιστικά προγράμματα, που παραμένουν στο ύψος του 1,6 δις ευρώ για το 2011. Η τοπική αυτοδιοίκηση, λοιπόν, στα χρόνια που έρχονται, θα βρεθεί στο επίκεντρο μεγάλων αντιθέσεων. Οι ανάγκες των πολιτών, των πόλεων και των περιφερειών θα συγκρούονται με τις ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους και τις προσπάθειες οικονομικά ισχυρών να διατηρήσουν τα προνόμια και τη φορολογική ασυλία τους.

Αυτή η διπλή πίεση συνιστά μια κατάσταση όχι έκτακτη, αλλά διαρκείας, αφού το υπό εκκόλαψη νέο σύμφωνο σταθερότητας και οι νέοι κανονισμοί της ευρωζώνης δεν θα διαφέρουν ριζικά από το «Μνημόνιο», όποτε κι αν αυτό αποσυρθεί.

Σε ποια κατεύθυνση λοιπόν θα αντιμετωπισθεί αυτή η διπλή πίεση; Προς μια αδιέξοδη διαχειριστική λογική διαρκούς αύξησης των τελών και εκποίησης της όποιας δημοτικής περιουσίας; Προς έναν ρητορικό καταγγελτισμό, πάνω από τις ζωτικές ανάγκες των ανθρώπων; Ή με ένα κίνημα που, με αφετηρία τις ανάγκες αυτές, θα διεκδικεί τη ριζική ανακατανομή και αναδιανομή πόρων, τη δίκαιη ρύθμιση του χρέους και τον ριζικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής στην κατεύθυνση της πραγματικής οικονομίας, της απασχόλησης, των δημόσιων αγαθών;

Σε θετική διέξοδο

Το διακύβευμα επομένως των εκλογών δεν είναι η καταμέτρηση κομματικών δυνάμεων ή η επιβεβαίωση κομματικών ταυτοτήτων ούτε περιορίζεται στην καταδίκη του «Μνημονίου», αλλά επεκτείνεται στη διαμόρφωση των όρων για έναν τέτοιο ριζικό αναπροσανατολισμό. Οι πιέσεις και οι «ασφυξίες» πρέπει και μπορούν να βρουν μια διέξοδο θετική, με πρωτοβουλία και πρωταγωνιστικό ρόλο της αριστεράς. Και σημείο εκκίνησης μπορεί να είναι η ίδια η λειτουργία της πολιτικής και η δημοκρατία, ξεκινώντας από τη γειτονιά, την πόλη, την περιφέρεια, εκεί όπου η πολιτική μπορεί να ελεγχθεί πιο άμεσα, με βάση τις ανάγκες, με τη συμμετοχή των πολιτών.

Μπορεί λοιπόν ο φθαρμένος από την πολιτική και την πρακτική του δικομματισμού θεσμός της αυτοδιοίκησης να γίνει ένας χώρος αναζωογόνησης της δημοκρατίας, συνάντησης των κινημάτων, οργάνωσης των κοινωνικών αντιστάσεων και διαμόρφωσης συναινέσεων από τα κάτω, στη βάση των κοινών αναγκών;

Μπορούν να γίνουν η Περιφέρεια και ο δήμος κέντρα σχεδιασμού και υλοποίησης μιας ανάπτυξης ενδογενούς, με βάση δηλαδή τις τοπικές δυνατότητες, με τη συμμετοχή και τον έλεγχο των κοινωνιών; Μπορούν, στην κατεύθυνση αυτή, να δοκιμαστούν νέες μορφές οικονομικής οργάνωσης που να συνδυάζουν τη δημοκρατία, τη συμμετοχή και την κοινωνική αποτελεσματικότητα με μέτρο την ικανοποίηση των αναγκών και όχι τη μεγιστοποίηση του κέρδους;

Κάθε προσπάθεια να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά, και άλλα συναφή, με όρους κοινωνικής δράσης και πολιτικής διεκδίκησης θα προσκρούσει σε εμπόδια μεγάλα και αντιφάσεις εγγενείς. Οι προσκρούσεις όμως αυτές μπορούν να απελευθερώνουν κοινωνική ενέργεια και να οδηγούν σε ατελείς έστω λύσεις προβλημάτων.

Μέσα από τις δοκιμασίες αυτές μπορεί ωστόσο να ανανεώνεται η πολιτική, να αναζωογονείται η δημοκρατία, να αναζωογονείται και η ίδια η αριστερά και να αναδείχνεται σε πρωταγωνιστή. Και μάλιστα μια αριστερά ριζωμένη στην κοινωνία, ζυμωμένη με τις ανάγκες των ανθρώπων και των τοπικών κοινωνιών, σε άμεση επαφή με τα όρια του συστήματος και την ανάγκη υπέρβασής τους, μια αριστερά επί της ουσίας αντικαπιταλιστική.

Άρθρο του Γιάννη Δραγασάκη για την εφημερίδα «Αυγή», 24/10/2010